Η νέα αξία του «πράσινου»: γιατί η βιωσιμότητα δεν είναι πια επιλογή, αλλά ευκαιρία
Για δεκαετίες, η έννοια της βιωσιμότητας θεωρούνταν περισσότερο μια «ηθική» επιλογή για τις επιχειρήσεις• μια ένδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, ένα κεφάλαιο δημοσίων σχέσεων που συνοδευόταν από ωραία λόγια και λίγες πράξεις. Πλέον τα πράγματα αλλάζουν...
Σήμερα, η πραγματικότητα είναι ριζικά διαφορετική. Η βιωσιμότητα δεν είναι πλέον επικοινωνιακό σύνθημα ή μόδα, αλλά στρατηγικός άξονας επιβίωσης και ανάπτυξης. Και όσοι επιχειρηματικοί όμιλοι το έχουν κατανοήσει εγκαίρως, είναι αυτοί που καθορίζουν τους όρους της νέας εποχής.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο. Οι κυβερνήσεις θέτουν όλο και αυστηρότερους στόχους για την κλιματική ουδετερότητα, οι επενδυτές επιλέγουν με κριτήρια ESG (Environmental, Social & Governance), και οι πολίτες γίνονται πιο απαιτητικοί, ζητώντας από τις επιχειρήσεις πραγματική ευθύνη απέναντι στο περιβάλλον και την κοινωνία. Η βιωσιμότητα δεν είναι πλέον «κόστος», αλλά εργαλείο ανταγωνιστικότητας: ένα φίλτρο μέσα από το οποίο κρίνονται η ανθεκτικότητα, η αξιοπιστία και η προοπτική κάθε οργανισμού.
Η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές αστάθειες και οι φυσικές καταστροφές έχουν δείξει ότι η εξάρτηση από ευάλωτες αλυσίδες παραγωγής ή μη βιώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι απλώς περιβαλλοντικό πρόβλημα — είναι οικονομικός κίνδυνος. Οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε πράσινες τεχνολογίες, σε κυκλικές διαδικασίες παραγωγής, σε συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας ή σε υπεύθυνη διαχείριση πρώτων υλών, προστατεύουν στην πράξη το ίδιο τους το μέλλον.
Επιπλέον, η βιωσιμότητα λειτουργεί πλέον και ως δείκτης πρόσβασης σε χρηματοδότηση: οι τράπεζες και τα επενδυτικά ταμεία κατευθύνουν κεφάλαια σε εταιρείες που μπορούν να αποδείξουν ότι λειτουργούν με κοινωνική και περιβαλλοντική συνέπεια.
Πέρα όμως από τα οικονομικά και ρυθμιστικά οφέλη, η στροφή προς τη βιωσιμότητα έχει και μια βαθύτερη σημασία. Εκφράζει μια νέα κουλτούρα ευθύνης, που συνδέει την επιχειρηματική ανάπτυξη με το κοινό καλό. Εταιρείες που αντιμετωπίζουν τη βιωσιμότητα όχι ως υποχρέωση, αλλά ως οργανικό μέρος της στρατηγικής τους, επενδύουν ουσιαστικά στην εμπιστοσύνη: των πελατών τους, των εργαζομένων τους, των κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνται.
Η εμπιστοσύνη αυτή αποτυπώνεται σε πράξεις — στην προστασία των φυσικών πόρων, στην ασφάλεια των εργαζομένων, στην ισότητα των ευκαιριών, στην καινοτομία που μειώνει αποτύπωμα αλλά αυξάνει παραγωγικότητα.
Η βιώσιμη επιχείρηση δεν αρκείται στο να «μην βλάπτει»· στοχεύει στο να δημιουργεί αξία με θετικό πρόσημο.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι πιο επιτυχημένες εταιρείες διεθνώς βλέπουν σήμερα τη βιωσιμότητα ως πυρήνα καινοτομίας: πηγή νέων προϊόντων, νέων υπηρεσιών, νέων επιχειρηματικών μοντέλων. Όταν η κοινωνία και το περιβάλλον αλλάζουν, αλλάζει και η επιχειρηματικότητα.
Η Ελλάδα, με το ανθρώπινο κεφάλαιο, τη βιομηχανική της παράδοση και τις δυνατότητες σε ενέργεια, μεταποίηση και τουρισμό, έχει κάθε λόγο να βάλει τη βιωσιμότητα στο επίκεντρο της παραγωγικής της ταυτότητας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις που επενδύουν σε πράσινες τεχνολογίες, σε προγράμματα ανακύκλωσης, σε υποδομές καθαρής ενέργειας ή στην εκπαίδευση των ανθρώπων τους, δεν ανταποκρίνονται απλώς σε μια διεθνή τάση — οικοδομούν τη δική τους μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα.
Η επόμενη δεκαετία θα είναι καθοριστική. Οι επιχειρήσεις που θα μπορέσουν να συνδυάσουν την οικονομική αποδοτικότητα με την περιβαλλοντική ευθύνη και την κοινωνική πρόοδο, θα είναι εκείνες που θα διαμορφώσουν το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Γιατί η βιωσιμότητα, στην πραγματικότητα, δεν είναι μόνο μια στρατηγική ανάπτυξης· είναι μια νέα μορφή επιχειρηματικής ηγεσίας.
Η ηγεσία που δεν μετριέται μόνο σε κέρδη, αλλά σε αντίκτυπο. Που δεν περιορίζεται στο σήμερα, αλλά σχεδιάζει για το αύριο — με σεβασμό, καινοτομία και διορατικότητα.
Και τελικά, σε έναν κόσμο όπου οι πόροι λιγοστεύουν, τα δεδομένα αλλάζουν και οι κοινωνίες ζητούν ουσία, η βιωσιμότητα είναι ίσως η μόνη σταθερά που μπορεί να ενώσει το επιχειρείν με το πραγματικό νόημα της προόδου.